Οικοσύστημα Όρους Κυλλήνης

Κυλλήνη - το βουνό του Ερμή

Τα μεγάλα βουνά της Πελοποννήσου, συνθέτουν τοπία υψηλής αισθητικής αξίας και λειτουργούν ως σημαντικοί βιότοποι για πολλά σπάνια είδη φυτών και ζώων της χώρας μας. Το όρος Κυλλήνη συγκροτεί μαζί με τα όρη Χελμό, Παναχαϊκό και Ερύμανθο το βόρειο τείχος της Πελοποννήσου, του οποίου αποτελεί το ανατολικότερο άκρο. Βρίσκεται νοτιοδυτικά της πόλης του Ξυλοκάστρου, βόρεια του κάμπου του Φενεού και δυτικά της λίμνης Στυμφαλίας. Σύμφωνα με τη μυθολογία σε απόκρημνο σπήλαιο του βουνού, σε υψόμετρο 1.750 μ. γεννήθηκε ο θεός Ερμής από τη Νύμφη Μαία και το Δία.

Το βουνό χωρίζεται σε δύο συγκροτήματα κορυφών:
- Tη Μικρή Ζήρεια με τις κορυφές Χιόνι (2.117μ.), Ντουσιά (2.086 μ.) και Τσούμα (2.021μ).
- Τη Μεγάλη Ζήρεια με τις κορυφές Σημείο (2.374 μ.), Προφήτη Ηλία (2.257 μ.) και Παράγκα (2.032 μ).

Ανάμεσα τους απλώνεται η χαράδρα της Φλαμπουρίτσας, η οποία διασχίζεται από τον ποταμό Σύθα και αποτελεί ένα χαρακτηριστικό τοπίο του ορεινού συγκροτήματος της Κυλλήνης. Στο όρος Κυλλήνη απαντούν κυρίως πετρώματα από ασβεστόλιθο. Η έντονη διάβρωση των κορυφών της Κυλλήνης από το νερό είναι φανερή από τις πολλές δολίνες, στις οποίες οφείλει το αρχαίο όνομά της (Κυλλήνη ή Κύλλος χώρος ή λάκκα).

Η περιοχή του όρους Κυλλήνη είναι προτεινόμενη για ένταξη στο Ευρωπαϊκό Οικολογικό Δίκτυο «Natura 2000» και ανήκει στον εθνικό κατάλογο των περιοχών του δικτύου μαζί με άλλες αντίστοιχες περιοχές της Ελλάδας με κωδικό GR 2530001 και τίτλο: «Κορυφές Όρους Κυλλήνη (Ζήρεια) και Χαράδρα Φλαμπουρίτσα».

Βλάστηση

Ορομεσογειακή ή Αλπική ζώνη
Το υψόμετρο της Κυλλήνης επιτρέπει την ανάπτυξη της ζώνης αυτής, η οποία αρχίζει πάνω από τα 2000 μ. Στις κορυφές της Μεγάλης και της Μικρής Ζήρειας σχηματίζεται μια ζώνη γυμνή από δένδρα που καλύπτεται από «στεππόμορφα» λιβάδια, με αγκαθωτούς θάμνους και αγρωστώδη φυτά, πολλά από τα οποία είναι μοναδικά και σπάνια.

 

Δάση ορεινών κωνοφόρων
Τα δάση των ορεινών κωνοφόρων σχηματίζουν στη Κυλλήνη μια εκτεταμένη ζώνη που αρχίζει από τα 1000μ. και φθάνει ως τα 2000μ. Τα δάση αυτά αποτελούνται από τη μαύρη πεύκη και την κεφαλληνιακή ελάτη. Σε υψόμετρο 1350 - 1650 μ. αναπτύσσονται δάση μαύρης πεύκης και βουνοκυπάρισσα με θαμνώδεις και δενδρώδεις υποορόφους αποτελούμενους από μπερκιές, λαγοκερασιές, αγριοκορομιλιές, βουνοτρικουκιές και σφενδάμια μικρόφυλλα. Από την Αγία Βαρβάρα προς τη Φλαμπουρίτσα στις βόρειες πλαγιές και σε υψόμετρο από 900 - 1200μ. υπάρχουν άτομα του σπάνιου δένδρου ίταμος, ενώ στις ανατολικές, στις βόρειες και στις δυτικές πλαγιές σε υψόμετρο 700 - 1200μ. συναντάμε αριές, αγριοκουμαριές και αγριόκεδρα.

Δάση φυλλοβόλων δρυών
Τα δάση των φυλλοβόλων δρυών στην Κυλλήνη σχηματίζουν μια ιδιαίτερη ζώνη μεταξύ των μεσογειακών θαμνώνων και των ορεινών κωνοφόρων σε υψόμετρο 600 - 1000μ. Αποτελούν συνθέσεις από χνουδοβελανιδιές, πουρνάρια, βουνοφτελιές και γκορτσιές. Στο θαμνώδη υποόροφο συμμετέχουν είδη όπως η θαμνομουρτζιά, το σπάρτο, το δασοαγιόκλημα και άλλα είδη θάμνων.

Βλάστηση αειφύλλων σκληρόφυλλων
Η βλάστηση αυτή αραιή, χαμηλή, δενδρώδης και θαμνώδης παρατηρείται στον ορεινό όγκο της Κυλλήνης (πάνω από την Αγ. Βαρβάρα) σε υψόμετρο 850 - 1000μ. σε θέσεις ανατολικού κυρίως προσανατολισμού, σε εδάφη μέτριας και υψηλής κλίσης. Αποτελείται από φιλλύκια, χρυσόξυλα, αγριοτσικουδιές, μελιούς, κουτσουπιές, αγριόκεδρα, λαδανιές, αφάνες και ασφάκες.
Στις πλαγιές βόρειας έκθεσης και σε υψόμετρο που δεν ξεπερνά τα 650μ. παρατηρείται μια ζώνη συνύπαρξης αμιγών συνθέσεων αείφυλλων σκληρόφυλλων σχηματισμών με φυλλοβόλους δρυς, αποτελούμενη από πουρνάρια, θαμνομουρτζιές και διάφορα αναρριχώμενα είδη.

Δάση χαλεπίου πεύκης
Σε υψόμετρο μεταξύ των 100 - 550μ. του όρους Κυλλήνη (Ρίζα έως Ρέθι) σχηματίζονται πευκώνες, αποτελούμενοι από χαλέπιο πεύκη και αγριελιές. Οι κλειστές συστάδες χαλεπίου πεύκης υφίστανται σε βιότοπους υψομέτρου 100 - 400μ., ενώ μέχρι τα 550μ. συναντούμε διάσπαρτα άτομα. Αυτή η ζώνη βλάστησης δέχεται τις μεγαλύτερες πιέσεις από τις ανθρώπινες δράσεις κυρίως λόγω ανάπτυξης των καλλιεργειών.

Μεσογειακοί θαμνώνες - Φρυγανότοποι

Οι ομάδες των χαμηλών θαμνώνων (φρύγανα) καταλαμβάνουν τα κατώτερα και μεσαία τμήματα στους πρόποδες του όρους Κυλλήνη (Ρίζα - Πελλήνη - Ρέθι - Αγ. Βαρβάρα) από το επίπεδο της θάλασσας μέχρι τα 800 - 900μ. Στους φρυγανότοπους απαντόνται, ασπρολαδανιές, ασπάλαθοι, αστοιβές και άλλα φυτικά είδη. Ανάμεσα στους θάμνους και τα φρύγανα αναπτύσσονται αναρίθμητα μικρά φυτά όπως διάφορες ανεμώνες, κυκλάμινα, γεράνια, κόκκινοι κρίνοι, κρόκοι, κ.α.

Αζωνική βλάστηση ρεματιών
Η περιοχή της Κυλλήνης διασχίζεται από πολλούς χειμάρρους και ρέματα εποχιακής ροής. Στις καταπράσινες όχθες τους απαντόνται κυρίως πλατάνια, αρμυρίκια ποταμών, βουνοϊτιές, ασημοϊτιές και βατομουριές.

Χασμοφυτική (βραχόφιλη) βλάστηση
Στις απότομες πλαγιές και τους γκρεμούς της Μεγάλης και Μικρής Ζήρειας παρατηρείται η βραχόφιλη βλάστηση η οποία αποτελείται από φυτικά είδη προσαρμοσμένα να φυτρώνουν στις σχισμές των βράχων. Συναντούμε είδη όπως ασπερούλες, μινουάρτιες, χαμοληές, σιληνές, καμπανούλες και άλλα φυτά, πολλά από τα οποία είναι ενδημικά του όρους και σπάνια.

Τύποι οικοτόπων

Στην περιοχή της Κυλλήνης έχουν καταγραφεί και αναγνωριστεί πάνω από 10 τύποι οικοτόπων της Κοινοτικής Οδηγίας 92/43. Μερικοί από αυτούς είναι ιδιαίτερα αξιόλογοι για τον ελλαδικό και ευρωπαϊκό χώρο και απαιτούν ανάλογη διαχείριση και προστασία, ενώ δύο συνιστούν οικοτόπους προτεραιότητας της Οδηγίας. Στις ενότητες που ακολουθούν περιγράφονται οι τύποι οικοτόπων και η σπουδαιότητά τους για την Κυλλήνη.

Ενδημικοί - Ορομεσογειακοί ερεικώνες

Ο συγκεκριμένος τύπος οικοτόπου περιλαμβάνει πολυετή αγροστώδη, χαμαίφυτα προσκεφαλοειδούς ανάπτυξης και διάφορα χαμηλά νανοφανερόφυτα, τα οποία διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της φυσιογνωμίας των ορεινών μεσογειακών και ορομεσογειακών τοπίων. Απαντάται σε ποικίλες κλίσεις, εκθέσεις και γεωλογικά υποστρώματα.
Πρόκειται για κοινότητες με κύρια είδη τη φεστούκα τη ζαμπέρτειο, τούφες, τη μελίκη τη βλεφαριδωτή, την παπαδίτσα, τη χαμοληά, τη φεστούκα της Κυλλήνης, το σκουλόχορτο, τον αστράγαλο το στενόφυλλο, τον αστράγαλο της Κυλλήνης και τη γλοβουλάρια τη στυγία.
Τα εδάφη τους αποτελούνται από πετρώδεις χαλικωμένες επιφάνειες επιχωματωμένες με αργιλικές αποθέσεις και παρουσιάζουν μικρή περιεκτικότητα χούμου στην επιφάνεια του εδάφους.
Σημαντική είναι η συμμετοχή σπανίων ειδών με μεγάλη οικολογική σημασία, όπως η γλοβουλάρια η στυγία και το κίρσιο της Κυλλήνης, τα οποία απαιτούν ανάλογη διαχείριση και προστασία.

Δάση ελληνικής ελάτης
Η κεφαλληνιακή ελάτη είναι ένα ελληνικό ενδημικό είδος, το οποίο συναντάται σε ποικίλες εκθέσεις και γεωλογικά υποστρώματα, κυρίως σε ασβεστόλιθο. Πρόκειται για κοινότητες με ελληνική ελάτη με κύρια είδη τον αγριόκεδρο, την κρεπή τη φραάσειο, το πουρνάρι και την καμπανούλα την κοχλιαρόφυλλη.
Τα τελευταία χρόνια έχουν παρατηρηθεί εκτεταμένες προσβολές ποικίλων ασθενειών που οφείλονται είτε στην ηλικία του δάσους, είτε στις κλιματικές συνθήκες των τελευταίων ετών. Αποτελούν οικότοπο ιδιαίτερης οικολογικής αξίας που απαιτεί ορθολογική διαχείριση.

Σχηματισμοί με άρκευθους
Πρόκειται για κοινότητες με αγριόκεδρο, αγριοκορομηλιά, χαμοκέρασο και λάθηρο. Διακρίνεται η φυτοκοινωνία με χαρακτηριστικά είδη τη μπερκιά και το αγριόκεδρο.
Οι κοινότητες αυτές ως προς την υψομετρικής τους κατανομή αποικίζουν τα μεσαία τμήματα του υπερ-μεσογειακού έως τα κατώτερα τμήματα του ορεινού μεσογειακού ορόφου βλάστησης.
Η μονάδα αυτής της βλάστησης αντιπροσωπεύει υποβάθμιση των συστάδων ελάτης-πεύκης. Χαρακτηριστικό των θαμνώνων αυτών είναι η συμμετοχή ενός μεγάλου αριθμού ειδών κυρίως ποωδών.

Καλαμώνες
Πρόκειται για κοινότητες με κύριο είδος το βούτημα. Παρατηρούνται σε μία συγκεκριμένη περιοχή στη «Λίμνη Δασίου». Χαρακτηριστική είναι η ύπαρξη του εν λόγω είδους, το οποίο εμφανίζεται χωρίς προσμίξεις άλλων φυτικών ειδών. Αποτελεί σπάνιο οικότοπο στην περιοχή και απαιτεί ιδιαίτερη προστασία και διαχείριση.

Δάση ανατολικής πλατάνου
Περιλαμβάνονται κοινότητες με πλατάνια, βουνοϊτιές, ασημοϊτιές και φτελιές. Οι συστάδες αναπτύσσονται πάνω σε βαθιά εδάφη προερχόμενα από την αποσάθρωση αμμούχων μαργών, κυρίως όμως κατά μήκος της κοίτης των ρεμάτων όπου το υπόστρωμα είναι ως επί το πλείστον αλλουβιακές αμμώδεις αποθέσεις. Οι ομάδες με πλατάνια και βουνοϊτιές του μέσο-μεσογειακού και του υπερ-μεσογειακού ορόφου βλάστησης αντίστοιχα αποτελούν σχηματισμούς που η ανάπτυξή τους εξαρτάται από τις ιδιαίτερες συνθήκες της περιοχής εμφάνισής τους.

Βαλκανικοί λιθώνες
Οι βαλκανικοί λιθώνες που απαντώνται περιλαμβάνουν κύρια είδη τη δρυπή την ακανθωτή και τη βαϊλλαντία τη στιλβούσα. Διακρίνεται η φυτοκοινωνία με χαρακτηριστικά είδη τη σκροφουλάρια τη μυριόφυλλη και το θαμνοσκιάδειο το βρουλοειδή.
Τα χαρακτηριστικά των φυτοκοινωνιών που αποικίζουν τέτοιου είδους υποστρώματα είναι: συμμετοχή χαμηλού αριθμού φυτικών ειδών στις ασβεστολιθικές σάρες, ασθενής βαθμός φυτοκάλυψης, συμμετοχή ειδών με υψηλό βαθμό βιογεωγραφικού ενδιαφέροντος, καθώς ο αριθμός των ενδημικών τους ειδών είναι ιδιαίτερα σημαντικός.
Τα είδη στις σάρες με ισχυρή κλίση συγκρατούνται χάρη στις ιδιαίτερες προσαρμογές των ριζών και των βλαστών τους. Η προσαρμογή αυτή επιτρέπει τη συγκράτηση του εδάφους και τη στήριξη των φυτών χωρίς να προκαλούνται ζημιές.

Ελληνικά δάση πρίνου
Απαντώνται δάση πρίνου με κύρια είδη το πουρνάρι, τα κουτσαγρέλια, τον αγριόκεδρο και τούφες των βουνών. Διακρίνεται η φυτοκοινωνία με κύριο είδος το πουρνάρι.
Οι διαπλάσεις αυτές εμφανίζονται κυρίως σε αβαθή έως μετρίως βαθιά εδάφη προερχόμενα από την αποσάθρωση μαργών. Διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην οικολογία των υδατικών πόρων, φιλοξενούν σημαντικό αριθμό φυτών και ζώων και συμβάλλουν στη διατήρηση του οικοσυστήματος.

Πλούσιοι σε είδη λειμώνες με Νάρδους (Nardus), σε πυριτικό υπόστρωμα της ορεινής περιοχής (και υποορεινής περιοχής, στην ηπειρωτική Ευρώπη).

Πρόκειται για κοινότητες με κύρια είδη τον αλωπέκουρο το γεράρδειο, το ψιλόχορτο, το τριφύλλι και το νάρδο το σφικτό.
Οι επικρατούσες ενιαίες και ομοιόμορφες οικολογικές συνθήκες στους βιότοπους που εμφανίζονται αυτές οι κοινότητες, αντικατροπτίζονται στην ομοιομορφία της βλάστησης των αποψιλωμένων λιβαδιών (λιβάδια με χιονοστρώσεις). Το ψιλόχορτο δημιουργεί πυκνό τάπητα, ενώ χαρακτηριστική είναι η ανάπτυξη του αλωπέκουρου σε πυκνές χλοερές τούφες.
Για την ανάπτυξη των εν λόγω κοινοτήτων απαιτείται η ανάγκη ύπαρξης συγκεκριμένων οικολογικών συνθηκών, καθώς παρουσιάζουν πολύ περιορισμένο εύρος οικολογικών και εδαφικών απαιτήσεων. Αποτελεί οικότοπο προτεραιότητας της Κοινοτικής Οδηγίας 92/43.

Μεσογειακά είδη πεύκης με ενδημικά είδη μαύρης πεύκης
Στην περιοχή συναντούμε κοινότητες με μαύρη πεύκη με κύρια είδη την ανεμώνα του βουνού και το δωρόνικο. Διακρίνονται δύο φυτοκοινωνίες με χαρακτηριστικά είδη: α) Μαύρη πεύκη και μπερκιά, β) Μαύρη πεύκη και κίκερ το ελληνικό.
Διαδραματίζουν εξαίρετο ρόλο στην οικονομία των υδατικών πόρων (συγκράτηση νερού, διατήρηση σταθερότητας οικοσυστήματος). Φιλοξενούν μεγάλο αριθμό ειδών χλωρίδας, αλλά και σημαντικά είδη όπως το κίκερ το ελληνικό.
Τα δάση της μαύρης πεύκης εξαπλώνονται κυρίως στις ανατολικές και βορειοανατολικές πλαγιές του όρους. Συνιστούν οικότοπο προτεραιότητας της Κοινοτικής Οδηγίας 92/43.


Κυλλήνη - ένας βοτανικός παράδεισος με περισσότερα από 900 είδη φυτών!

Χλωρίδα

Η γεωγραφική θέση της Κυλλήνης, οι ιδιόμορφες γεωλογικές και κλιματικές συνθήκες της περιοχής σε συνδυασμό με τον έντονο διαμελισμό της σε πολλές κορυφές, χαράδρες, χείμαρρους και οροπέδια, έχουν δημιουργήσει μία ποικιλία οικολογικών συνθηκών, ιδανικών για την ανάπτυξη πολλών και διαφορετικών φυτών. Χαρακτηριστικός για τη χλωριδική αξία του βουνού, είναι και ο μύθος για το «μώλυ», το μαγικό βότανο, που έδωσε ο Ερμής στον Οδυσσέα, για να γλιτώσει από τον κίνδυνο να μεταμορφωθεί σε χοίρο από την Κίρκη.
Από τα μέσα του 19ου αιώνα η Κυλλήνη κέντρισε το ενδιαφέρον των βοτανολόγων. Ιδιαίτερα σημαντικές θεωρούνται οι παρατηρήσεις του Θ. Ορφανίδη το 1851-1854, ο οποίος ανακάλυψε πολλά νέα «αλπικά» είδη. Από τότε πολλοί επιστήμονες προώθησαν το έργο της συστηματικής μελέτης της χλωρίδας. Σύμφωνα με τα στοιχεία αυτά, η χλωρίδα του όρους Κυλλήνη αποτελείται από 961 φυτικά είδη και υποείδη, φανερώνοντας έναν ανεκτίμητο χλωριδικό πλούτο.
Ανάμεσα στα φυτά της Κυλλήνης υπάρχουν πολυάριθμα κοινά είδη, αλλά και αρκετά σπάνια. Συνολικά έχουν αναγνωριστεί 122 ενδημικά φυτά, εκ των οποίων τα 90 απαντώνται και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας. Τα υπόλοιπα είναι τοπικά ενδημικά της Κυλλήνης καθώς και ενδημικά της Κυλλήνης και των άλλων βουνών της Πελοποννήσου.

Τοπικά ενδημικά της Κυλλήνης
Με τον όρο τοπικά ενδημικά χαρακτηρίζουμε τα φυτά που ευδοκιμούν αποκλειστικά στην Κυλλήνη και δεν υπάρχουν σε καμιά άλλη περιοχή του κόσμου. Στην Κυλλήνη έχουν αναγνωριστεί και καταγραφεί μέχρι σήμερα 4 τοπικά ενδημικά: το Γάλιο της Κυλλήνης (Galium cyllenium), το Βερμπάσκο της Κυλλήνης (Verbascum cylleneum), το Ιεράκιο της Κυλλήνης (Hieracium cylleneum) και η Στύπα της Κυλλήνης (Stipa lessingiana ssp. cyllenaea).

Ενδημικά της Πελοποννήσου
Συνολικά έχουν αναγνωριστεί 28 ενδημικά φυτά που εμφανίζονται μόνο στους ορεινούς όγκους της Πελοποννήσου.

Σπάνια ενδημικά σύμφωνα με το Διεθνή Οργανισμό για τη Διατήρηση της Φύσης
Από το σύνολο των φυτών του όρους, 63 ενδημικά φυτικά είδη και υποείδη και 10 μη ενδημικά, ανήκουν σε μία από τις κατηγορίες επικινδυνότητας του Διεθνή Οργανισμού για τη Διατήρηση της Φύσης (IUCN, Βιβλίο ερυθρών δεδομένων / Red Data Book). Από αυτά, 16 ενδημικά χαρακτηρίζονται ως σπάνια, εκ των οποίων τα 2 είναι τοπικά ενδημικά, τα 6 ενδημικά της Πελοποννήσου και τα υπόλοιπα 8 ενδημικά της Ελλάδας. Από τα 10 μη ενδημικά τα 7 χαρακτηρίζονται ως σπάνια.

Μονοπάτια - Πεζοπορικές διαδρομές

Τα τελευταία χρόνια, με την φροντίδα του Δήμου Ξυλοκάστρου και με τη χρηματοδότηση ευρωπαϊκών προγραμμάτων, έχουν σηματοδοτηθεί τα σημαντικότερα από τα παλιά ξεχασμένα μονοπάτια. Τα περισσότερα από αυτά είναι κατάλληλα ακόμη και για εντελώς αρχάριους πεζοπόρους. Πινακίδες στην είσοδο και έξοδο των μονοπατιών ενημερώνουν αναλυτικά για τη διαδρομή, τη σήμανση και τους χρόνους πορείας. Όλες οι διαδρομές συνδέονται με τον κεντρικό δρόμο του βουνού:

Άγιος Βλάσιος - Κλεισούρα
Αυτό ήταν το κύριο μονοπάτι από τα Τρίκαλα προς το βουνό για τους κτηνοτρόφους , τους κατοίκους αλλά και τους επισκέπτες. Το μονοπάτι ξεκινά 100 μέτρα μετά το μοναστήρι του Αγίου Βλασίου και περνά μέσα από το πυκνό δάσος.

Βαρνεβό - Φλαμπουρίτσα
Στο 6ο χιλιόμετρο του δρόμου Τρικάλων - Ζήρειας, ύστερα από χαρακτηριστική δεξιά στροφή, ξεκινά το μονοπάτι και κατηφορίζει προς τη χαράδρα της Φλαμπουρίτσας. Στην κοίτη του ρέματος το μονοπάτι διακλαδίζεται και είτε οδηγεί παράλληλα με το ρέμα, προς το τέλος της χαράδρας, είτε ανηφορίζει προς το μεγάλο οροπέδιο του βουνού. Ένας τρίτος κλάδος χωρίς σήμανση, διασχίζει απότομες πλαγιές της Μικρής Ζήρειας και καταλήγει στο εξωκλήσι της Αγ. Τριάδας, πάνω από το χωριό Μάνα.

Βαρνεβό - κορυφογραμμή - σπήλαιο Ερμή - Πουλιού όχτος
Η διαδρομή αρχίζει από τη θέση «Βαρνεβό» και ακολουθεί την κορυφογραμμή, έχοντας πάντα ανατολικά τις πλαγιές και τους γκρεμούς της Φλαμπουρίτσας και στα δυτικά το οροπέδιο της Ζήρειας. Στα 1.750μ. ένα απότομο αλλά καλογραμμένο μονοπάτι οδηγεί στο σπήλαιο του Ερμή. Πάνω από τη θέση «Πουλιού όχτος», το μονοπάτι διακλαδίζεται και ο ένας κλάδος κατεβαίνει απότομα προς τη Φλαμπουρίτσα, για να συναντήσει τη διαδρομή της χαράδρας, ενώ ο άλλος κλάδος ανεβαίνει μέχρι να συναντήσει το μονοπάτι της κορυφής στα 1950μ.

Οροπέδιο - Β΄ Καταφύγιο - Σημείο (2.374μ)
Η κλασσική ανάβαση για την κορυφή του βουνού. Από τις στάνες των τσοπάνων στο οροπέδιο, το δεύτερο καταφύγιο απέχει 15 λεπτά. Από εκεί, το μονοπάτι ακολουθεί το μεγάλο ρέμα μέχρι τη χαρακτηριστική κορυφή στο τέλος του, στα 1.950μ. Στη συνέχεια η διαδρομή στρέφεται δυτικά και ανηφορίζει τη μεγάλη ράχη που ορίζει την κορυφογραμμή του βουνού, αφήνοντας αριστερά τα ψηλά λιβάδια και τις στάνες. Φθάνοντας στη ψηλότερη κορυφή του βουνού στα 2.374 μ. τίποτα δεν εμποδίζει τη θέα προς τις άλλες κορυφές των βουνών της Πελοποννήσου και τις κεντρικής Ελλάδας.

Ιερά Μονή Παναγίας - Κεφαλάρι
Η διαδρομή αυτή αποτελεί τμήμα του παλιού μονοπατιού, που συνδέει τα Τρίκαλα με τον Φενεό. Από το κέντρο των Μεσαίων Τρικάλων, ένας κοινοτικός δρόμος οδηγεί στην Ιερά Μονή Παναγίας του 16ου αιώνα. Αρχικά, ακολουθεί δασικό δρόμο για 300μ. και στη συνέχεια διασχίζει το μικρό ρέμα και ανηφορίζει μέχρι να συναντήσει το μεγάλο ρέμα. Από εδώ η διαδρομή εξελίσσεται παράλληλα προς το ρέμα σε παλιό δασικό δρόμο, που δεν χρησιμοποιείται πια, μέχρι το Κεφαλάρι, όπου υπάρχουν πολλά νερά και πηγές.

Κεφαλάρι - λίμνη Δασίου
Η διαδρομή ακολουθεί το δασικό δρόμο Μεσαίων Τρικάλων - λίμνης Δασίου - Οροπεδίου και εξελίσσεται σε ανοικτό δασωμένο ρέμα. Χρησιμοποιείται ιδιαίτερα το χειμώνα, που τα χιόνια συνήθως αποκλείουν την οδική πρόσβαση προς τη λίμνη Δασίου.

Λίμνη Δασίου - Ράχη - Ζαχαριάς - Κλεφτάκι
Η διαδρομή αρχίζει από το βορειοανατολικό άκρο της λίμνης, δίπλα στο δασικό δρόμο Μ. Τρίκαλα - λίμνη Δασίου - Γκούρα. Ακολουθεί τη βόρεια όχθη και στη συνέχεια ανηφορίζει βόρεια προς τη ράχη. Από εκεί διακλαδίζεται δεξιά προς το Κλεφτάκι και αριστερά προς το Ζαχαριά.

Απειλές

Η υπερβόσκηση και γενικότερα η ανεξέλεγκτη βόσκηση είναι ένας από τους καθοριστικότερους παράγοντες υποβάθμισης, ακόμη και ολοκληρωτικής καταστροφής των δασών, που προϋπήρχαν σε υψόμετρα μεγαλύτερα από 1.500μ. Παρά τη μείωση της κτηνοτροφίας, αρκετές χιλιάδες αιγοπρόβατα βόσκουν ακόμα στο βουνό. Η λαθροθήρευση και η λαθροϋλοτομία είναι δραστηριότητες που συνιστούν έναν εξίσου σημαντικό κίνδυνο για την Κυλλήνη.
Οι πυρκαγιές στη χαράδρα της Φλαμπουρίτσας και στις πλαγιές της Μικρής Ζήρειας, πριν από λίγα χρόνια, κατέστρεψαν μεγάλες εκτάσεις που καλύπτονταν από δάση ελάτης και μαύρης πεύκης και επέδρασαν αρνητικά στους πληθυσμούς των ζώων. Παρά τα μέτρα πυροπροστασίας που λαμβάνονται, ο κίνδυνος από τις πυρκαγιές είναι πάντα υπαρκτός.
Τέλος οι ανθρωπογενείς παρεμβάσεις και ιδιαίτερα η ανεξέλεγκτη διάνοιξη δρόμων, ακόμα και μέχρι την αλπική ζώνη, υποβαθμίζουν και εκθέτουν σε κίνδυνο ορισμένους οικοτόπους και αλλοιώνουν αισθητικά το περιβάλλον.

Συμπερασματικά …

Το όρος Κυλλήνη χαρακτηρίζεται από σημαντικό χλωριδικό πλούτο. Τα δάση των ορεινών κωνοφόρων, οι αείφυλλοι σκληρόφυλλοι θαμνώνες, οι συστάδες με χαλέπιο πεύκη και φυλλοβόλους δρυς, κατέχουν ιδιαίτερη οικολογική αξία από πλευράς ποικιλότητας, φυσικότητας, μοναδικότητας και σπανιότητας. Η διατήρηση και η ορθολογική διαχείριση των φυσικών οικοσυστημάτων του όρους οφείλει να είναι πρώτη προτεραιότητα για όλους.
Η προώθηση διαδικασιών και συγκεκριμένων δράσεων για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος, η διατήρηση και ενίσχυση φυσικών και ανθρωπογενών δραστηριοτήτων συμβατών με το περιβάλλον, η ανάδειξη και η στήριξη των στοιχείων του ανθρώπινου περιβάλλοντος, θα συμβάλλουν αποφασιστικά σε μια πολύπλευρη και ισόρροπη ανάπτυξη, που θα δένει αρμονικά τον άνθρωπο και τη φύση...

Οδηγός Προστασίας - Μέδουσες

 

follow-facebook

follow-twitter

kanali

 

sos_15900

Δημόσια Ηλεκτρονική Διαβούλευση

busines-directory_new

Εξερευνήστε τα Δημοτικά Διαμερίσματα του Δήμου Ξυλοκάστρου - Ευρωστίνης