Καμάρι

Το Καμάρι, πριν από την Επανάσταση, ήταν ακατοίκητο. Αποτελούσε πέρασμα κάθε κατακτητή και δέχοταν στα εδάφη του την καταστροφή και την ερήμωση. Άνθρωπος δεν μπορούσε να στεριώσει σε αυτό το εύφορο μέρος, που ήταν τσιφλίκι των Τούρκων αγάδων. Το Καμάρι το κατοικούσε ο αγάς με τη φρουρά του και ασκούσε ένα είδος αστυνόμευσης στην περιοχή. Μέχρι τα τελευταία χρόνια σωζόταν ένας πύργος τούρκικος κάτω απ' τη σημερινή εκκλησία του Καμαρίου, "άγιος Γεώργιος", και έφερε το όνομα του τελευταίου Τούρκου ιδιοκτήτη Χαλήλ αγά.

Ο Γουλιέλμος Λικ στο βιβλίο του "Ταξίδι στο Μοριά" αναφέρει για το Καμάρι:
"Στις 26 Απριλίου του 1806, προχωρώντας λοξά κατά μήκος της ακροθαλασσιάς, φτάνω στο χάνι του Καμαρίου. Αυτό το χάνι βρίσκεται στους πρόποδες του οξυκόρυφου βουνού".
Για το ίδιο χάνι κάνει αναφορά και ο λόγιος κληρικός Διονύσιος Πύρρος (1744-1853) στο βιβλίο του "Ελλάδος Περιήγησις". "Η κορυφή ης κάτωθεν κείται το πανδοχείο το λεγόμενον Καμάρας είναι η θέσις της Δονούσας".
Ο Γουλιέλμος Γκελ, που περιόδευσε την Ελλάδα το 1807, αναφέρει το Καμάρι ως χωριό στην παραλία αριστερά ερχόμενος από Πάτρα. Ο Πουκεβίλ, όταν έφτασε στο Καμάρι έμεινε γοητευμένος.

Πολλές είναι οι εκδοχές για το πως πήρε το όνομά του το Καμάρι. Από την ίδρυσή του αναφέρεται με το σημερινό του όνομα χωρίς καμιά παραλλαγή. Σ' ένα χάρτη που τυπώθηκε το 1872 από το Ρώσο φιλέλληνα Πετρώφ, σημειώνεται ως Καμάρη (με ήτα (η) το τελευταίο γράμμα), ενώ σήμερα γράφεται με γιώτα (ι).
Αυτή είναι και η μόνη παραλλαγή.
Οι πιθανότερες εκδοχές για την ονομασία είναι:
1. Το Καμάρι πήρε το όνομά του από τις αψίδες (καμάρες) αρχαίου υδραγωγείου που βρίσκονταν στο Ανατολικό τμήμα προς την περιοχή του Κριού ποταμού.
2. Η δεύτερη εκδοχή είναι ότι πήρε το όνομά του από ένα πανδοχείο (χάνι), το λεγόμενο "Καμάρας" που βρισκόταν στους πρόποδες του βουνού, ανατολικά του οικισμού των Καρυώτικων, σ' ένα πλάτωμα του εδάφους. Σύμφωνα με πληροφορίες, ήταν ακριβώς πάνω από τον εθνικό δρόμο, 200 μέτρα και επί του σημερινού δρόμου που οδηγεί στο μοναστήρι, ακριβώς στη διασταύρωση προς τα Καρυώτικα και το Καμάρι.

Στη θέση αυτή μέχρι το 1970 υπήρχε πέτρινη βρύση με σκαλισμένη επιγραφή: "Ευριπίδης Αντωνόπουλος, Δήμαρχος Τρικάλων". Οι Ιταλοί που κατασκήνωσαν στην περιοχή το 1942, κατασκεύασαν με τσιμέντο μια λακκούβα μεγάλη στη βρύση για να πίνουν τα ζώα τους νερό. Το νερό ήταν αρκετό και το χρησιμοποιούσαν και για πότισμα χωραφιών. Το νερό χάθηκε το 1980 περίπου από τα φουρνέλα του νταμαριού και από τις γεωτρήσεις που έγιναν πιο πάνω. Η βρύση τελικά θυσιάστηκε για χάρη του αμαξωτού δρόμου.

Πρώτοι οικιστές της περιοχής ήταν κάποιος Καμαριώτης που κατοίκησε δυτικά του ναού του αγίου Γεωργίου και ο Τσαλδάρης που κατοίκησε βόρεια του αγίου Γεωργίου. Οι δύο αυτοί οικιστές έχτισαν τα σπίτια τους γύρω στο 1850 και σώζονται μέχρι σήμερα.
Στη συνέχεια η περιοχή άρχισε να κατοικείται από κατοίκους των ορεινών χωριών και κυρίως από την Καρυά, Γελλήνη, Ξανθοχώρι. Οι Καρυώτες εγκαταστάθηκαν στους πρόποδες του βουνού της Παναγίας και ίδρυσαν τον οικισμό "Καρυώτικα". Άποικοι από το χωριό Ράχωβα των Καλαβρύτων εγκαταστάθηκαν δυτικά των Καρυώτικων και ίδρυσαν τα "Αραχωβίτικα".

Το 1834 το Καμάρι υπαγόταν στο δήμο Αιγείρας μαζί με το Πιτσά, Σκούπα, Λούζι, Λουτρό. Το 1860 υπάγεται στο δήμο Τρικάλων μαζί με το Ξυλόκαστρο, Καρυά, Γελλήνη, Μάζι, Σοφιανά, Ζούγρα, Δενδρό, Συκιά.
Η κοινότητα Καμαρίου συνεστήθη με το Β.Δ. της 31.8.1912 με έδρα το Καμάρι και οικισμούς το Άνω Καμάρι και τα Καρυώτικα.

Οι πρώτοι κάτοικοι του χωριού ασχολούνταν με την κτηνοτροφία. Όταν εγκαταστάθηκε ο Τσαλδάρης στο Καμάρι, ασχολήθηκε με την καλλιέργεια και το εμπόριο της σταφίδας. Καλλιεργούσαν ακόμα σιτάρι, κριθάρι, λαθούρι και αμπέλια. Αργότερα, νέες καλλιέργειες μπαίνουν στη ζωή των κατοίκων. Αχλαδιές, βερικοκιές, λεμονιές, πορτοκαλιές, ελιές, αντικαθιστούν τις παλιές καλλιέργειες. Σήμερα, τα φυτώρια οι ελιές, οι βερικοκιές, και οι λεμονιές είναι οι κύριες ασχολίες των αγροτών της περιοχής.

Το 1886 λειτούργησε σχολείο στο Καμάρι και στεγαζόταν στο σπίτι του Ηλία Μουρίκα. Κρατικό διδακτήριο κατασκευάστηκε το 1908 και λειτούργησε τον ίδιο χρόνο με πρώτο δάσκαλο τον Κων/νο Μπακανάκη. Το 1986 το Καμάρι απόκτησε καινούργιο σύγχρονο 4/θέσιο δημοτικό σχολείο. Το 1972 ιδρύθηκε και νηπιαγωγείο.

Ως πρόεδροι της κοινότητας προσέφεραν τις υπηρεσίες τους: οι Ι. Καραβούλης, Κ. Αθανασόπουλος, Σ. Πλασσαράς, Γ. Αλογογιάννης, Γ. Παπαϊωάννου, (1932) Κ. Μπότσος, (1934) Γ. Κλαδούχος, (1936) Α. Μπότσος, (1946) Π. Παπαϊωάννου, (1952) Α. Παπαϊωάννου, (1953) Κ. Κλαδούχος, (1955) Θ. Αλογογιάννης, (1957) Α. Κλαδούχος, (1959) Θ. Γλάστρας, (1962) Α. Παπαϊωάννου, (1963) Χ. Τσαγρής, (1964) Α. Καπλάνης, (1966) Α. Τσαγρής, (1967) Δ. Λιάκουρας, (1967) Χ. Τσαγρής, (1975) Α. Θεοδοσόπουλος, (1976) Χ. Τσιπάς, (1977) Δ. Παπαργυρίου, (1979) Χ. Αλογογιάννης, (1983) Η. Θεοδοσόπουλος, (1987, 1991, 1994) Ν. Πουλακίδας, (1998) Σκουβαράς, (2003) Σιέτης.

Για την καλύτερη εμπορία και διακίνηση των προϊόντων του χωριού είχαν ιδρυθεί οι συνεταιρισμοί: το 1936 ο συνεταιρισμός "πωλήσεως σταφιδοκάρπου" και άλλος παρόμοιος το 1937. Το 1958 ο συνεταιρισμός "πωλήσεως δενδρυλλίων". Το 1961 ιδρύθηκε ο ΣΠΕ (συνεταιρισμός πωλήσεως εσπεριδοειδών. Το 1979 μια ομάδα παραγωγών ιδρύει το ΣΕΠΑΠ (συνεταιρισμός επεξεργασίας αγροτικών προϊόντων).

Το 1958 ιδρύθηκε ο σύλλογος "αγροτοπαίδων Καμαρίου", που αργότερα στη θέση του δημιουργήθηκε ο "ΠΑΝΚΑΜΑΡΙΑΚΟΣ". Το 1983 καταργείται και αυτός ο σύλλογος και ιδρύεται ο "Μ.Α.Ο. Καμαρίου", Μορφωτικός Αθλητικός Όμιλος Καμαρίου, που σκοπό δεν έχει μόνο την ποδοσφαιρική ομάδα αλλά και άλλες πολιτιστικές δραστηριότητες όπως την δημιουργία, από το έτος 1992, του μοναδικού καρναβαλιού σε ολόκληρη την Δυτική Κορινθία καθώς και την δημιουργία από το 2000, παιδικών τμημάτων ποδοσφαίρου.

Το Καμάρι από το 1834 έως και σήμερα παρουσιάζει την παρακάτω πληθυσμιακή εικόνα:

1834

κάτοικοι 122

1879

κάτοικοι 403

1889

κάτοικοι 503

1896

κάτοικοι 390

1907

κάτοικοι 544

1920

κάτοικοι 702

1928

κάτοικοι 700

1940

κάτοικοι 667

1951

κάτοικοι 768

1961

κάτοικοι 922

1971

κάτοικοι 968

1981

κάτοικοι 1008

1991

κάτοικοι 1063

2001

κάτοικοι 1001

Κατά τους καλοκαιρινούς μήνες οι κάτοικοι ανέρχονται στους 2.500 - 3.000.

ΟΙ ΔΥΟ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΙ ΤΟΥ ΚΑΜΑΡΙΟΥ

Α. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ ΚΩΝ/ΝΟΣ

Έλληνας πολιτικός που γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου καταγόμενος από το Καμάρι και πέθανε στην Αθήνα το 1970. Ήταν ανιψιός του Π. Τσαλδάρη. Σπούδασε νομικά στην Αθήνα και συμπλήρωσε τις σπουδές του στο εξωτερικό. Υπηρέτησε ως Νομάρχης Κερκύρας και Αχαΐας (1916-19) και ως Γενικός Διοικητής Κρήτης (190-22). Εξελέγη βουλευτής Αργολιδοκορινθίας (1926) και μετά συνέχεια μέχρι το 1956 βουλευτής Αθηνών του Λαϊκού Κόμματος. Διετέλεσε Υπουργός στα Υπουργεία Εξωτερικών, Δικαιοσύνης, Κοινωνικής Πρόνοιας, Υφυπουργός Συγκοινωνιών και Πρόεδρος Κυβερνήσεως καθώς και αντιπρόεδρος του κόμματος. Για ένα μικρό χρονικό διάστημα, το 1946, ανέλαβε Πρωθυπουργός της Ελλάδος. Επί πρωθυπουργίας του, Αύγουστος 1946, έγινε το δημοψήφισμα με το οποίο επανήλθε ο βασιλιάς Γεώργιος ο Β'. Στις 7 Σεπτεμβρίου 1947 παραδίδει την πρωθυπουργία στον αρχηγό της μειοψηφίας Θ. Σοφούλη, για να μπορέσει να σχηματιστεί Κυβέρνηση ευρύτερης εθνικής συνεργασίας για την αντιμετώπιση των αυξημένων εσωτερικών προβλημάτων. Το 1958 δεν εκλέγεται βουλευτής και αποσύρεται από την πολιτική. Ο Δήμος Ξυλοκάστρου έστησε την προτομή του απέναντί από το Δημαρχείο.

Β. ΠΑΝΑΓΗΣ ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ

Στα Τρίκαλα της Κορινθίας τα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας ζούσε ο Γεώργιος Τσαλδάρης. Γιοι του Γεωργίου Τσαλδάρη και της Ανθούλας Παπαδήμα ήταν ο Δημήτριος και ο Σταύρος.
Το 1832 κατέβηκαν στο παράλιο μέρος, κάτω από το βουνό της Παναγίας, κι έκτισαν ένα μικρό λιθόκτιστο σπίτι στην τοποθεσία Καμάρι. Στην περιοχή αυτή εκτός από τον έρημο πύργο του Χαλίλ Αγά, μερικά σπιτοκάλυβα και ένα ερειπωμένο χάνι δεν υπήρχε άλλο κτίσμα. Το παράδειγμά τους ακολούθησαν κι άλλοι Τρικαλίτες. Αυτοί ήταν οι πρώτοι οικιστές του Καμαρίου. Εγγονός του Δημήτρη, γιος του Επαμεινώνδα είναι ο Παναγιώτης Τσαλδάρης. Ο Κορίνθιος Πρωθυπουργός Παναγής Τσαλδάρης γεννήθηκε στο Καμάρι το 1868 και πέθανε στην Αθήνα το 1936. Ως άνθρωπος και πολιτικός υπήρξε πράος, χαμηλών τόνων και πολύ συνεργάσιμος. Από παιδί ήταν εσωστρεφής και ήπιος.
Ο πατέρας του Επαμεινώνδας ασχολήθηκε με την καλλιέργεια και το εμπόριο σταφίδας.
Ονομάστηκε Παναγής (Παναγιώτης), γιατί η μητέρα του που της πέθαναν τέσσερα παιδιά, πήγε τον Παναγή αβάπτιστο βρέφος ακόμα στην Ιερά Μονή του Μεγάλου Σπηλαίου, προσευχήθηκε μπροστά στην εικόνα της Παναγίας και το βάφτισε Παναγιώτη.

Το 1873 παρακολούθησε τα πρώτα μαθήματα στο Καμάρι, στο "ιδιοσυντήρητο γραμματοσχολείο" κοντά στο δάσκαλο Αδαμάντιο Λαζανά. Τελειώνοντας το δημοτικό σχολείο του χωριού του, γράφτηκε στο Σχολαρχείο του Ξυλοκάστρου και κάθε πρωί μαζί με τον αδερφικό του φίλο και μετέπειτα νομομαθή Γεώργιο Μπαλή, πήγαιναν πεζοπορώντας στο Ξυλόκαστρο και επέστρεφαν το απόγευμα. Στην πορεία των σπουδών του βραβεύτηκε με το "Ράλλειο βραβείο".
Το Σεπτέμβριο του 1878 πήγε στην Κόρινθο στη θεία του Ελένη Παπαληγούρα και τελείωσε το Γυμνάσιο Κορίνθου. Το 1883 εγγράφεται στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου. Με την βοήθεια των θείων του από την Αίγυπτο συνέχισε τις σπουδές του και το 1890 διορίζεται δικηγόρος στην Πάτρα. Συνέχεια εγγράφεται στο Πανεπιστήμιο της Γοτίγγης. Εκεί γνωρίζεται με τον Δημ. Γούναρη. Συνέχισε τις σπουδές του στα Πανεπιστήμια Λειψίας, Βερολίνου και Παρισίων και το 1893 επέστρεψε πτυχιούχος στην Ελλάδα.

Ο Σωτήριος Κροκιδάς γνωρίζοντας τα προτερήματα του Παναγή, τον παρότρυνε να ασχοληθεί με την πολιτική. Το 1910 εκλέγεται βουλευτής Αργολιδοκορινθίας, όπου στις 6 Σεπτεμβρίου του 1910 πραγματοποίησε την πρώτη κοινοβουλευτική του αγόρευση, που εντυπωσίασε. Μέχρι το θάνατό του εκλέγεται βουλευτής της Αργολιδοκορινθίας και μετέπειτα Κορινθίας. Συνέβαλε στην ανατροπή της δικτατορίας Παγκάλου. Το 1915 ορίζεται Υπουργός Δικαιοσύνης στην κυβέρνηση Γούναρη και το 1917 αρνούμενος να αναγνωρίσει την κυβέρνηση του Βενιζέλου εξορίζεται στην Ύδρα και στην Σκόπελο. Στην εξορία γνωρίζεται με τον καθηγητή Πανεπιστημίου και συγγραφέα της επανάστασης του 1821, Σπυρίδωνα Λάμπρου. Παντρεύεται την κόρη του Σπυρίδωνα Λάμπρου, Λίνα η οποία είναι και η πρώτη Ελληνίδα γυναίκα υπουργός στην κυβέρνηση Κ. Καραμανλή. Μετά τον τουφεκισμό του Δ. Γούναρη αρχηγός τους Λαϊκού Κόμματος εκλέγεται ο Παναγής Τσαλδάρης. Το 1932 σχημάτισε κυβέρνηση συνασπισμού με τους Γ. Κονδύλη, Ι. Μεταξά και Αλ. Χατζηκυριάκο. Παραιτήθηκε το 1936 προς αποφυγή αιματηρών συγκρούσεων λόγω της υπάρχουσας πολιτικής οξύτητας.
Ο Ελευθέριος Βενιζέλος υπήρξε ο σκληρότερος αντίπαλος του Π. Τσαλδάρη στο ελληνικό κοινοβούλιο. Αναγνώριζε όμως τον έντιμο βίο και εκτιμούσε το πρόσωπό του. Όταν στις 6 Ιουνίου 1933 έγινε η δολοφονική απόπειρα εναντίον του Ελ. Βενιζέλου, ο αντίπαλος Π. Τσαλδάρης αποδοκίμασε την απόπειρα και με αγανάκτηση δήλωσε: "Πρόκειται περί βδελυράς απόπειρας, η οποία κινεί τον αποτροπιασμό και την αγανάκτησή μου."

Απέφευγε τις διχόνοιες, τα κομματικά μίση και υπήρξε σε όλη του τη ζωή απόστολος της πολιτικής ομαλότητας και της έντιμης συνεργασίας για το καλό του λαού. Κύριος στόχος του ήταν η ηθική ανύψωση του πολιτικού μας βίου. Η Κορινθίας και ολόκληρη η Ελλάδα με σεβασμό μιλάει για την εξέχουσα αυτή μορφή που υπερασπιζόταν τη νομιμότητα και την ομαλότητα του κοινοβουλευτικού βίου. Οι κοινότητες του τέως Δήμου Τρικάλων αλλά και φίλοι του Π. Τσαλδάρη είκοσι χρόνια μετά το θάνατό του (1956), έστησαν την προτομή του στο Καμάρι, δίπλα από το σπίτι του. Το Ξυλόκαστρο τίμησε τον Π. Τσαλδάρη δίνοντας τ' όνομά του στον κεντρικότερο δρόμο και στήνοντας την προτομή του στην πλατεία της πόλης.

Εξερευνήστε τα Δημοτικά Διαμερίσματα του Δήμου Ξυλοκάστρου - Ευρωστίνης