Κορφιώτισσα

Σε μια μαγευτική πλαγιά, στα ανατολικά του Πιτσαδαίϊκου βουνού, είναι χτισμένο το Κούτσι. Έχει ανοιχτό ορίζοντα και θαυμάσια θέα. Έχει θέα τον Κορινθιακό από το Ξυλόκαστρο μέχρι την Περαχώρα, τα Καλά Νησιά, τις Αλκυονίδες και τον Παρνασσό. Μέχρι το 1922 αποτελούσε μία κοινότητα μαζί με το Τσερεγούνι (Βρυσούλες). Αργότερα, με Διάταγμα της 9.9.1927 μετονομάστηκε σε κοινότητα Κορφιωτίσσης, με έδρα τον οικισμό Κορφιώτισσα.

Η ζωή του χωριού έχει αρχίσει από τα παλιά τα χρόνια. Γεωγραφικά βρίσκεται πολύ κοντά στο χωριό Ζούγρα που έχει προσδιοριστεί ως θέση της αρχαίας Πελλήνης. Δείγματα ζωής διαφόρων εποχών είναι οι τάφοι που έχουν βρεθεί στις τοποθεσίες "Κατουνίστρες" και "Παλαιόκαστρο". Το "Παλαιόκαστρο" είναι ένα πλάτωμα πάνω σε βραχώδη περιοχή βαθιάς χαράδρας του ποταμού Κριού, που χωρίζει ανατολικά το βουνό της Παναγίας. Από το πλάτωμα αυτό φαίνεται ο Κορινθιακός από την Κόρινθο μέχρι το Αίγιο και δεσπόζει της γύρω περιοχής. Οι μεγάλες πέτρες που έχουν απομείνει ολόγυρα, δείχνουν πως πράγματι ήταν χτισμένο κάποιο κάστρο. Επίσης στη ράχη "Κρολουζί" υπάρχουν ίχνη κτισμάτων, που η παράδοση λέει πως υπήρχε ναός της Ήρας. Κούτσι στα αρβανίτικα σημαίνει κουτάβι. Κούτσι λέγεται και ο ψηλός τόπος, η κορυφή. Κούτσι είναι και κυριώνυμο (του Κούτση).

Οι Κούτσιοι ήταν μεγάλη φυλή, γειτονική των Κλεμέντι, στη βόρεια Αλβανία. Το σπουδαιότερο φρούριο των Κούτσι είναι το MEDUN στα βορειοανατολικά του Τιτογκράντ (Ποδογκορίτσα) εντός της κοιλάδας του ποταμού Μόραβα. Το MEDUN είναι το Μέτεον, ελληνική αποικία στην επίκαιρο θέση του δρόμου από την Αδριατική προς τη Σερβία και αποτέλεσε το μήλο της έριδος Βενετών και Τούρκων (κατελήφθη το 1456 από τους Τούρκους). Στα Αλβανικά Κούτσι σημαίνει και ο κατεξοχήν μεγάλος, ο ανυπέρβλητος. Οι Κούτσιοι περιλαμβάνουν οικογένειες Σερβικές και Αλβανικές. Οι Κλεμέντι ήταν εχθροί των Σλαβικών οικογενειών των Κούτσι. Ο βυζαντινός ιστορικός Κίνναμος ονομάζει τους Κούτσι Καντζίκιους. Οι Κούτσιδες ήταν από τους σπουδαιότερους μισθοφόρους του Νερίου και εγκαταστάθηκαν στην περιοχή μεταξύ 1367-1373 ως φρουρά αμύνης. Το Κούτσι Αργολίδας είναι πολύ πιθανόν να προήλθε από το ομώνυμο της Κορινθίας γύρω στα 1399.
Το έτος 1537-1540 οι Αλβανικές φυλές των Κούτσι, Παναρίτη, Μουζίκη, Κριεμπάρδη, πολέμησαν στο πλευρό των Ενετών εναντίον των Τούρκων στο Ναύπλιο.

Στη περιοχή της Κορφιώτισσας βρέθηκαν κατά καιρούς μικρά φράγκικα νομίσματα αλλά και Κωνσταντινάτα. Σε μια καμπάνα του κωδωνοστασίου του Αγίου Νικολάου διαβάζουμε τη χρονολογία 1191. Το χωριό έχε υψόμετρο 710 μ. και το κλίμα είναι ξηρό και πολύ υγιεινό. Πάνω από το χωριό αρχίζει δάσος με θάμνους (πουρνάρια, φάνες, κέδρα, πεύκα), που εκτείνεται ως τη Σωτήρα 1.100 μ., την ψηλότερη κορυφή του Πιτσαδαίϊκου βουνού. Το δάσος, θαυμάσιο στολίδι της περιοχής, κατά διαστήματα εναλλάσσεται με γυμνούς κυματιστούς λόφους, γραφικές ρεματιές και όμορφες πλαγιές προσφέροντας μοναδικό θέαμα. Από 'κει μπορεί κανείς ν' απολαύσει καταπληκτική ανατολή και ηλιοβασίλεμα και να απολαύσει τις αποχρώσεις που καθρεφτίζονται στα νερά του Κορινθιακού.

Ο Αντώνης Μηλιαράκης στο βιβλίο του "Γεωγραφία πολιτική νέα και αρχαία του νομού Αργολιδοκορινθίας" το 1886, αναφέρει: Τα χωριά Κούτσι, Τσερεγούνι, Πιτσά Άνω και Κάτω, Λουτρό και Λούζι "οικούνται εξ Αλβανών".
Δυτικά από το Παλιόκαστρο και στη βραχώδη περιοχή απέναντι από τον Κορινθιακό, στη θέση "Κουκουγιέρες" (κουκουγιέρα=ύψωμα από πέτρες), υπάρχουν αρκετές σπηλιές οι οποίες τα παλιά τα χρόνια ήταν τεμένη πιστών και καταφύγια. Σ' αυτές τις σπηλιές κατά καιρούς βρέθηκαν πολλά αγάλματα και άλλα αντικείμενα αρχαιολογικής αξίας. Το έτος 1941, ντόπιοι, μπήκαν μέσα στη σπηλιά που είναι κάτω από τη μεσαία Κουκουγιέρα με φανάρια και βρήκαν αρκετά αγάλματα και αγγεία του 5ου, 6ου και 7ου αιώνα π.Χ. Όμοια υπάρχουν στα μουσεία Σικυώνος, Κορίνθου και Αθηνών. Το 1970 έγινε εισβολή αρχαιοκαπήλων με σύγχρονα μέσα (γεννήτριες, εργαλεία) που πήραν κατά μαρτυρίες των χωριανών, περίπου 100 σπουδαία κομμάτια μεγάλης αξίας.
Σε μικρή απόσταση από τις "Κουκουγιέρες" υπάρχει και η σπηλιά του Σαφτουλή. Αυτή εξερευνήθηκε από αρχαιολόγους και τα ευρήματα φυλάσσονται στα μουσεία Αθηνών, Κορίνθου και Σικυώνος, με την ένδειξη "από το σπήλαιο Πιτσών".
Εντύπωση προκαλούν οι πολλές σπηλιές που υπάρχουν. Η σπηλιά του "Γκολέμη" κοντά στην "Περγουλιά", που έχει μέσα σταλακτίτες. Το "Παλαμήδι" κοντά στις "Κουκουγιέρες", σπηλιά μικρή με πολύ βάθος. Σε μικρή απόσταση, η "Μουγκρισμένη" που όλο μουγκρίζει μέσα. Ρίχνεις πέτρα και δε φθάνει πουθενά, την ακούς ώρες να κατρακυλά.

Κοντά στο χωριό υπάρχει ένα μεγάλο φαράγγι (της "Φόνισσας") που έχει μήκος 1.500 μ. και βάθος που δεν έχει υπολογιστεί. Πολλές ομάδες ορειβατών προσπάθησαν να το περάσουν αλλά δεν τα κατάφεραν γιατί είναι σκοτεινό και γεμάτο επικίνδυνες στέρνες, τα "βουλιάκια" όπως τα λένε.

Σε μερικά σημεία τρυπά σαν σήραγγα το βουνό το Λουτραίϊκο ως βουνό της Παναγίας της Κορυφής. Το φαράγγι είναι γεμάτο από αγριοπερίστερα και πολύ επιβλητικό. Είναι ένα αριστούργημα της φύσης.

Οι πρώτοι κάτοικοι ασχολούνταν κυρίως με την κτηνοτροφία. Μετά άρχισαν να καλλιεργούν κριθάρι, σιτάρι, όσπρια και ελιές. Αργότερα ασχολήθηκαν με την αμπελουργία. Ο Ιάκωβος Ρίζος Ραγκαβής (1770-1855) στα "Ελληνικά" του για τα χωριά της Κορινθίας, γράφει για το Κούτσι: "Προϊόντα, κριθή, όροβος, κύαμοι".

Πολιούχος του χωριού είναι ο άγιος Σπυρίδωνας του οποίου ο ναός κτίστηκε περίπου το 1860. Ήταν μια μικρή εκκλησία με γυναικωνίτη, γραφική και πολύ όμορφη. Όμως το 1933, γκρέμισαν το ιερό, το γυναικωνίτη και το δυτικό τοίχο και την έκτισαν πιο μεγάλη.
Παλαιές οικογένειες του χωριού είναι: των Γιαννόπουλου, Αναστασόπουλου, Πανουτσόπουλου, Μισύρη, Λυμπερόπουλου, Βαλιμήτη, Δημόπουλου, Ταρνάρη, Πανούτσου.

Εξερευνήστε τα Δημοτικά Διαμερίσματα του Δήμου Ξυλοκάστρου - Ευρωστίνης