Συκιά

Σε μια γραφική ακτή του Κορινθιακού, σε φύση μαγευτική, βρίσκεται η Συκιά. Το επίνεμο και όμορφο τούτο χωριό δεν είναι τυχαίο μέσα στην Κορινθιακή ιστορία, διότι δεν υστερεί σε πολιτισμό, σε γραφικότητα, σε ιστορία και αρχαιολογία.

Η θάλασσα, που θωπεύει τη σημερινή Συκιά, στην αρχαιότητα έμπαινε μέσα μέχρι την αρχή του χωριού Γελινιάτικα και σχημάτιζε ένα περίφημο και επίνεμο κολπίσκο, ο οποίος χρησίμευε για λιμάνι. Σε πολλά σημεία της Συκιάς, οι ντόπιοι, βρίσκουν αρχαίους τάφους, αγγεία και ειδώλια. Στη βυζαντινή και φραγκική εποχή το λιμανάκι της Συκιάς φέρει το όνομα "όρμος αγίου Νικολάου Συκής" και έγινε αιτία μιας ενδιαφέρουσας ιστορίας την οποία αναφέρουν οι ιστορικοί Παπαρρηγόπουλος, Μίλλερ και Λάμπρος, με το να φιλοξενεί ωραίο Φράγκο βαρώνο στην όμορφη παραλία της, κάτω από μια πανύψηλη και δασύσκια συκιά, όπου έτρεχαν πολλές κρήνες άφθονο κρυσταλλένιο νερό.

Το 1289 όταν ανακηρύχθηκε πρίγκιπας της Αχαΐας, δηλ. του Μοριά, ο Φλωρέντιος ο Εννεγαυικός (1289-1297), ο οποίος νυμφεύθηκε τη χήρα κόρη του τελευταίου Βιλλεαρδουίνου, Ισαβέλλα, που είχε παντρευτεί νωρίτερα το Φίλιππα, το γιο του Καρόλου του Α' και έτσι κληρονόμησε το "πριγκιπάτο του Μωρέως", η Συκιά και η γύρω περιοχή των Τρικάλων αποτελούσε φέουδο, που υπάγονταν στη βαρωνία της Κορίνθου. Η Πελοπόννησος διαιρέθηκε σε βαρωνίες και κάθε βαρωνία σε φέουδα. Ο Φλωρέντιος, λοιπόν, διώρισε αρχηγό της επαρχίας Κορίνθου και του φρουρίου της, το συγγενή του Ουάλτερο Λειδεκέρκη το 1292, ένα νέον ωραίο, αγέρωχο και δαπανηρό. Στην Κορινθία την εποχή εκείνη, είχαν έρθει πολλοί Έλληνες από άλλες ελληνικές επαρχίες, εργάζονταν, πλήρωναν τους φόρους και γενικά ζούσαν με τους Φράγκους μονοιασμένοι.

Μεταξύ αυτών των Ελλήνων που ήρθαν και ζούσαν στην Κορινθία, ήταν κι ένας επιφανής, που ονομάζονταν Φώτιος και ήταν συγγενής της ισχυρής οικογένειας, Ζασσή, η οποία δέσποζε αρκετής περιφέρειας στην Τσακωνιά και της οποίας ένας κλάδος της κατοικούσε στα Καλάβρυτα, με τον Ιάκωβο Ζασσή.

Ο Φώτιος ανέπτυξε μεγάλη δραστηριότητα στην Κορινθία, πλούτισε, έκανε ωραιότατο σπίτι στην Κόρινθο, είχε στην ιδιοκτησία του πολλά χωριά και γενικά περνούσε ζωή ηγεμονική. Ο Ουάλτερος, ο οποίος κατασπατάλησε τους φόρους, που είχε εισπράξει από τους ιθαγενείς Έλληνες, άρχισε να ληστεύει τους πιο πλούσιους απ' αυτούς προύχοντες. Έπιασε τότε το Φώτιο και τον φυλάκισε με την κατηγορία ότι ήταν πλουσιότερος, απ' ότι έπρεπε και ζητούσε 10.000 υπέρπυρα, από τον Ιάκωβο Ζασσή και απειλούσε ότι θα τον σκότωνε αν δεν του κατέβαλαν τα λύτρα. Επειδή ο Ζασσής δεν πλήρωνε τα λύτρα, ο Ουάλτερος ξερρίζωσε δύο δόντια του Φωτίου. Ο Φώτιος, βρήκε 1.000 υπέρπυρα, τα οποία έδωσε στον Ουάλτερο και του υπεσχέθηκε ότι θα έβρισκε και τις άλλες 9.000 αν τον άφηνε ελεύθερο. Πράγματι έτσι έγινε, τον ελευθέρωσε, αλλά ο Φώτιος πήγε στον συγγενή του Ζασσή και με αίτησή του ζητούσε δικαιοσύνη από τον πρίγκιπα της Αχαΐας, Φλωρέντιο. Ο Φλωρέντιος επειδή αγαπούσε πολύ τον συγγενή του Ουάλτερο δεν έδωσε καμιά σημασία. Τότε ο Φώτιος απεφάσισε να πάρει εκδίκηση με το χέρι του και συνεχώς γύριζε στην Κορινθία με μια ομάδα από πιστούς του, μήπως πετύχει τον Ουάλτερο για να τον σκοτώσει. Την άνοιξη του 1295, ο Φώτιος βρισκόταν στη σημερινή Συκιά και παραμόνευε.

Την εποχή αυτή, ο βαρώνος της Βοστίτζας, Γουίδων Σαρπινύ, ο οποίος φημίζονταν για τη χρηστότητα και την καλοσύνη του προς τους Έλληνες, απεφάσισε να επισκεφθεί το βαρώνο της Κορίνθου Ουάλτερο με πλοίο. Όταν το πλοίο περνούσε κοντά στη Συκιά και είδε το μαγευτικό τοπίο με το θαυμάσιο λιμανάκι του, ο Σαρπινύ, έδωσε διαταγή να το επισκεφθούν, να γευματίσουν και να ξεκουραστούν. Έτσι και έγινε. Ο Φώτιος, που βρισκόταν εκεί κοντά, νόμισε πως ήταν ο Ουάλτερος και ότι ήρθε η ώρα να τον εκδικηθεί. Έτρεξε και ξαφνικά τον πλήγωσε στο κεφάλι με το ξίφος του λέγοντας: "ιδού η πληρωμή σου, κυρ Ουάλτερε".

Ο Φώτιος αμέσως αντελήφθηκε το σφάλμα του, έπεσε στα γόνατα του πληγωμένου και του ζητούσε συγγνώμη. Δυστυχώς όμως, το τραύμα του Σαρπινύ ήταν βαρύ και πέθανε. Ο Φλωρέντιος θέλησε να εκδικηθεί τους Καλαβρυτινούς ως προταίτιους του εγκλήματος του Σαρπινύ, αλλά τον απέτρεψαν οι συνετώτεροι σύμβουλοί του. Ο Φώτιος κατέφυγε στο Μυστρά και ο Φλωρέντιος, απαίτησε από το στρατηγό που έδρευε στον Μυστρά να τιμωρήσει το δολοφόνο, που είχε καταφύγει εκεί. Ο στραγητός όμως αποκρίθηκε ότι κυρίως υπεύθυνος για τα γεγονότα ήταν ο πλεονέκτης Ουάλτερος και ότι προ πάντως αυτός έπρεπε να τιμωρηθεί. Έτσι γλίτωσε την τιμωρία ο Φώτιος.

Ενώ το χωριό στους βυζαντινούς και φραγκικούς χρόνους ονομάζονταν "όρμος αγίου Νικολάου της Συκής", αργότερα στην περίοδο της Τουρκοκρατίας πήρε την ονομασία Πύργος. Την ονομασία αυτή την πήρε από τον περίφημο πύργο του Χαλήλ αγά, που σώζεται και σήμερα ακόμα και βρίσκεται πάνω απ' το δημόσιο δρόμο της Συκιάς. Την ονομασία αυτή του Πύργου την αναφέρουν πολλοί ναυτικοί χάρτες του αγγλικού Ναυαρχείου. Ο Χαλήλ αγάς ήταν παππούς του Κιαμήλμπεη του ονομαστού άρχοντα της Κορίνθου, ο οποίος λέγεται ότι γεννήθηκε σε αυτόν τον πύργο και βύζαξε από τα ίδια στήθια της παραμάνας, που βύζαξε και ο Θεοχαράκης Ρέντης και ότι τον χρησίμευε ως θέρετρο και ως φυλακτήριο των μεγάλων του γαιοκτήσεων.

Ο πύργος αυτός είναι παμπάλαιος και γραφικός. Παρά την κακή ανακαίνισή του, σήμερα, διακρίνει κανένας την άφθαστη τεχνική του και τα μέτρα που είχαν ληφθεί για την ασφάλειά του. Γύρω του, είχε θολωτά συνεχόμενα δωμάτια, που δεν υπάρχουν σήμερα. Μόνο οι κλεισμένες πολεμίστρες δείχνουν την παλαιϊκή του ύπαρξη. Το κάτω μέρος, του πύργου, χρησίμευε για την τοποθέτηση σιταριού, σταφίδας, ρυζιού, λαδιού κλπ. Όχι μακριά από τον πύργο αυτό και στο νοτιοανατολικό μέρος του, βρισκόταν η παλαιά συκιά με τις κρήνες, που έτρεχαν το κρυσταλλένιο νερό τους στις ρίζες της, το οποίο έφερνε ένα παλαιό υδραγωγείο σκεπασμένο από μακριά. Το κρύο τούτο νερό το ονόμαζαν "βουνίσιο".

Σήμερα χάθηκε το νερό στο σημείο, που υπήρχε και βγαίνει κάτω απ' το δημόσιο δρόμο στην παραλία και χύνεται στη θάλασσα. Από τούτη τη παλαιϊκή συκιά περνούσε ο δρόμος, στην οποία, οι οδοιπόροι κατάκοποι κάθονταν να γευματίσουν και να ξεκουρασθούν. Από τη συκιά αυτή, η τοποθεσία πήρε την ονομασία "στη Συκιά". Η συκιά τούτη σώζονταν μέχρι το 1842. Το όνομα της Συκιάς ενώθηκε με του πύργου αργότερα και ονομάσθηκε η τοποθεσία Πυργοσυκιά. Έτσι έμεινε αρκετά χρόνια στους αγγλικούς χάρτες.

Χάρτης αγγλικός του 1815, δεν αναφέρει "όρμο αγίου Νικολάου Συκής", αλλά "όρμο Πυργοσυκιάς". Μετά την απελευθέρωση, στα χαρτιά του επίσημου κράτους, γράφτηκε ως Συκιά. Γύρω από τη συκιά, που στάθμευαν οι οδοιπόροι, επικρατούσε η βλάστηση και απολάμβανε καθένας, απ' τη θέση αυτή, τις απέναντι γραφικές οροσειρές του Παρνασού και του Κιθαιρώνα. Από το λιμανάκι της Συκιάς φαίνεται να έφυγε, ο ερχόμενος όσιος Λουκάς από το Ζεμενό, για τη Φωκίδα, όπου ίδρυσε το ονομαστό του μοναστήρι με τα περίφημα μωσαϊκά.

Οι πρώτοι οικιστές της σημερινής Συκιάς ήταν οι Ιωάννης και Γεώργιος Ιωάννου, οι οποίοι ακολουθούμενοι από εκλεκτούς Τρικαλίτες, το 1842, Κακριδήδες, Καλογερόπουλους και Μπούρλους ήρθαν και έχτισαν τις πρώτες οικίες μ' ένα περίφημο οικοδομικό ρυθμό. Το 1850, στη Συκιά έμειναν οι βασιλείς Αμαλία και Όθωνας, στο σπίτι του Σακελλαρίου. Όταν προχώρησαν για το Ξυλόκαστρο, στη θέση όπου σήμερα υπάρχει ο σιδηροδρομικός Σταθμός, βγήκαν οι Καρυώτισσες, με τις τοπικές τους ενδυμασίες και χόρεψαν ελληνικούς χορούς. Η Αμαλία ενθουσιάσθηκε και πέταξε χρυσά νομίσματα (Κωνταντινάτα), τα οποία αργότερα κρέμασαν οι Καρυώτισσες στη ζώνη τους. Μετά την επανάσταση, ο Πύργος του Χαλήλ δόθηκε μαζί με άλλα χτήματα στη Γελλήνη, από το κράτος, στο στρατηγό Ι. Σγουρό, που είχε πάρει γυναίκα από τη Γελλήνη.

Η Συκιά, που κατοικήθηκε από τους περισσότερους άρχοντες των Τρικάλων, καθώς της Καρυάς και της Γελλήνης και μάζεψε όλη την αριστοκρατία του πνεύματος της εποχής εκείνης, είχε όλα τα πλεονεκτήματα για να γινόταν μια μεγάλη πόλη. Γι' αυτό το λόγο, οι προύχοντες σκέφθηκαν να δώσουν στη Συκιά μεγαλόπνευστο "σχέδιο πόλεως". Κάλεσαν βαυαρό μηχανικό από την Αθήνα, ο οποίος, πράγματι, το 1846 χάρισε στη Συκιά ωραιότατο σχέδιο, το οποίο σήμερα φυλάσσεται στο κοινοτικό της γραφείο, και πρόβλεπε μεγάλους δρόμους, σχολεία, πλατείες, γυμναστήριο κλπ.

Δυστυχώς όμως, ο Ανδρέας Νοταράς, ο οποίος ήταν τότε υπασπιστής και αυλάρχης του Όθωνα, αντέδρασε, διότι τα κομματικά και οικονομικά συμφέροντα των Νοταραίων επέβαλαν να μεγαλώσει το Ξυλόκαστρο και όχι η Συκιά, όπου κατοικούσαν οι αντίθετοι των Νοταραίων Τρικαλίτες άρχοντες. Έτσι έχασε, η Συκιά, την ευκαιρία να συγκεντρώσει τους τότε κατοίκους των ορεινών χωριών, που άρχισαν να κατεβαίνουν στα παράλια, προς όφελος του Ξυλοκάστρου, που τότε το κατοικούσαν δέκα οικογένειες μόνο.

Στο άνω μέρος της Συκιάς κοντά στην παλιά βρύση οι χωρικοί όταν σκάβουν βρίσκουν θέμελα παλαιών σπιτιών και μνήματα από την παλιά Συκιά της Τουρκοκρατίας. Στους βυζαντινούς και φραγκικούς χρόνους, το λιμανάκι της Συκιάς ονομάζονταν, όπως είπαμε, "όρμος αγίου Νικολάου της Συκής", πιθανότατα να πήρε την ονομασία αυτή από την εκκλησάκι του αγίου Νικολάου, που υπήρχε στα βυζαντινά χρόνια στη σημερινή τοποθεσία της Παναγίας. Την εποχή της Τουρκοκρατίας, νωρίτερα από τον Χαλήλ αγά και τον Κιαμήλμπεη, ιδιοκτήτης των εκτάσεων, που αρχίζουν από τη Συκιά ως το Καμάρι, αναφέρει η παράδοση, ότι ήταν ο Σελήμ εφέντης και από τη Συκιά ως το Μελίσσι ότι ήταν ο Ισμαήλ πασάς.

Η Συκιά, που γνώρισε τόσων αιώνων ιστορία και έδωσε πολλούς άξιους ανθρώπους στα γράμματα και στις τέχνες, σήμερα είναι ένα μικρό χωριό με 618 κατοίκους, των οποίων η κυρία ασχολία είναι η καλλιέργεια των εσπεριδοειδών, λίγων ελιών και κηπουρικών.

Τους θερινούς μήνες φιλοξενεί πολλούς τουρίστες και πολλά τέκνα της, τα οποία δεν την ξεχνούν και έρχονται κοντά της για λίγο καιρό να βρουν γαλήνη και δροσιά.

Η εκκλησία της, η Κοίμηση της Θεοτόκου, χτίσθηκε το 1842 από τη Μαρία και τον Παναγιώτη Ιωάννου. Στη θέση της προϋπήρχε μικρός ναΐσκος, παλαιός, της Παναγίας.

Το 1937 ιδρύθηκε "σταφιδικός συνεταιρισμός" με πρόεδρο τον Γεώργιο Κατσαρό.

Στην απογραφή του 1879 είχε (92) κατοίκους. Το 1907 (305), το 1928 (285), το 1940 (283), το 1951 (384), το 1961 (352), το 1971 (362), το 1981 (370), το 1991 (641).

Η Συκιά υπήρξε ένα πραγματικό "αραξοβόλι" των ποιητών, των καλλιτεχνών, και των επιστημόνων. Πολλά τα σπουδαία τέκνα της. Ας "γνωρίσουμε" μερικούς "μεγάλους" Συκιώτες που έγιναν γνωστοί στην Ελλάδα και το εξωτερικό.

Κακριδής Θεοφάνης (1869-1929)

Καθηγητής Φιλοσοφικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών, γεν. εις Τρίκαλα - Κορινθίας. Μετά τις σπουδές του στην Αθήνα μετέβη σε Γοτίγγη και Βερολίνο, στα Πανεπιστήμια των οποίων και ειδικεύτηκε στη Λατινική Φιλολογία. Καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, διετέλεσε από του 1913 μέχρι του θανάτου του.

Βιβλία: Ανασκευή του Γαρδικείου Ελέγχου (1909). - Υπόμνημα επιστημονικών εργασιών (1912). - Κικέρωνος: Ο υπέρ Τίτου Αννίου Μίλωνος Λόγος (1912). - Ο λίβελλος του Ερ. Σκάσση (1919). - Ο πρόλογος της κωμωδίας Αμφιτρίωνος του Πλαύτου (1915). - Πλαύτου: Μένεχμοι (1916). - Μάρκου Τιλλίου Κικέρωνος: Επιστολαί (1916). - Εκ των Οβιδίου Μεταμορφώσεων. Εκλογαί (1925). - Μάρκου Τιλλίου Κικέρωνος: Ο τέταρτος κατά Κατιλίνα Λόγος (1924). - Γραμματική της Ελληνικής Γλώσσης (1926). - Κικέρωνος: Υπέρ Μουρήνα Λόγος (1926). - Γραμματική της Λατινικής Γλώσσης (1927). - Κικέρωνος: Ο τρίτος κατά Κατιλίνα Λόγος (1927). - Τρεις πολιτικοί άνδρες της Κορινθίας: Αναστ. Δημητριάδης, Δημ. Δημητριάδης και Σωτ. Κροκιδάς (1929).

Κακριδής Ιωάννης Θ.

Υιός του προηγουμένου γεν. το 1901.

Καθηγητής της Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Θες/νίκης από το 1933. Σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1910-1922) απ' όπου και έλαβε δίπλωμα Διδάκτορος το 1925. Κατά την περίοδον 1926-1929 σπούδασε στα Πανεπιστήμια Βιέννης, Βερολίνου και Λειψίας, κλασική και αρχαία ελληνική φιλολογία. Διετέλεσε Συντάκτης του Ιστορικού Λεξικού της Ελληνικής Γλώσσας επί εξαετία (1924-1930), εντεταλμένος Υφηγητής Κλασικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Θες/νίκης (1930) και τακτικός καθηγητής (1933). Μετακλήθηκε και δίδαξε μία τριετία (1947-1950) στα Πανεπιστήμια Στοκχόλμης, Ουψάλας και Λούντ Σουηδίας. Συμμετείχε σε πολλά Διεθνή Συνεδρία (Παρίσι 1950, Κοπεγχάγη 1954 κ.ά.). Δημοσίευσε πολλές πρωτότυπες και αξιόλογες μελέτες σε ελληνικά και ξένα περιοδικά. Έχει τιμηθεί με τα παράσημα Ταξιάρχου Φοίνικος, Σταυρού Πολικού Αστέρος (Σουηδίας) κ.ά.

Βιβλία: Ο νόμος της αποβολής των τονουμένων φωνηέντων εις το ιδίωμα των Λευκών - Πάρου (1926). - Αραί. Μυθολογική μελέτη (1929). - Αρχαία Ελληνική Μετρική (1931). - Ο ποιητής και η μυθική παράδοση (1932). - Ομηρικά και Μυθολογημένα (1933). - Ελληνική Κλασική Παιδεία (1936). - Περικλέους: Επιτάφιος, Κείμενο - Μεταφρ. Σχόλια - Επιλεγόμενα (1937). - Φιλολογική ερμηνεία. Λόγος εναρκτήριος (1939). - Η σημασία του Κεφάλου στην Πλατωνική Πολιτεία (1940). - Συμβολή στην ερμηνεία του Ομηρικού Ύμνου στον Απόλλωνα (1940). - Ερμηνευτικά σχόλια στον Επιτάφιο του Θουκιδίδη (1941). - Ανθρωπιστικά (1942). - Η Δίκη των τόνων (1942). - Το μεταφραστικό έργο του Γρυπάρη (1942). - Η Ομηρική παρομοίωση (1942). - Θουκιδίδης Αθηναίος συνέγραψε. (1943). - Ο δαμασμός των αδαμάστων (1943). - Ομηρικές Έρευνες (1944). - Το μεταφραστικό πρόβλημα (1948). - Παιδεία, δύναμη θρησκευτική ψυχής (1950). - Η αρχαία ελληνική κωμωδία και οι "Νεφέλες" του Αριστοφάνη (1951). - Από τον κόσμο των Αρχαίων. Ομηρικά (1954). - Ομήρου: Ιλιάδα (1955). - Αρχαίοι Έλληνες και Έλληνες του Εικοσιένα (1956). - Ο μύθος στην Αρχαϊκή Λυρική Ποίηση των Ελλήνων (1958). - Σωκρατική Δικαιοσύνη (1960).

Καλογερόπουλος Νίκος (1884-1958)

Καθηγητής Θεολογίας, γεν. στη Συκιά. Σπούδασε στην Ριζάρειον Εκκλησιαστική Σχολή, καθώς και στη Θεολογική του Πανεπιστημίιου Αθηνών. Διετέλεσε Δ/ντής Τεχνών του Υπ. Παιδείας, Γραμματέας της Εθνικής Πινακοθήκης, Υποδ/ντής του Βυζαντινού Μουσείου και καθηγητής της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών. Κατέλιπε ανέκδοτο ιστορικό έργο.

Βιβλία: Φιλόθεος Σκούφος - Χριστιανός Πραξιτέλης (1920). - Ιστορικαί εικόνες της Θεοτόκου εν Κεφαλληνία (1920). - Περί Μόσχων (1920). - Το Πελοποννησιακόν εργαστήριον και οι εικονογράφοι Μόσχοι. Σχεδίασμα (1920). - Μεταβυζαντινή και Νεοελληνική Τέχνη. Τόμος α' (1926). - Νέαι απόψεις περί Τέχνης του Αγίου Όρους (1943). - Τριάκοντα πέντε άγνωστοι Βυζαντινοί Ναοί της Νάξου (1935). - Είκοσι πέντε άγνωστοι Βυζαντινοί Ναοί εν Κορινθία (1935). - Παλαιοχριστιανικά και Βυζαντινά Μνημεία και Τέχνη εν Ευβοία (1936). - Βυζαντινά Μνημεία Μεγαρικής (1936).

Σοφοκλής Καρύδης (19ος αιώνας)

Δημοσιογράφος και ποιητής με πηγαία σατιρική διάθεση, ένθερμος υποστηρικτής των δικαιωμάτων του λαού και με καυστικό χιούμορ, εξέδωσε τον Φεβρουάριο του 1860 την εφημερίδα "Φως", με την οποία ως τα 1877, που διέκοψε την έκδοσή της, καυτηρίαζε με τρόπο έμμετρο, κυβερνήσεις αλλά και την πολιτική του Όθωνσ. Ήταν τόσο επιθετικός, που το πρώτο φύλλο κατασχέθηκε από την αστυνομία χωρίς όμως να επηρεάσει τις προθέσεις του Καρύδη, ο οποίος συνέχισε την έκδοση με αλλεπάλληλες διώξεις, φυλακίσεις και χρηματικά πρόστιμα. Το "Φως" έβγαινε αρχικά κάθε μέρα, αργότερα τρεις φορές την εβδομάδα και τα τελευταία χρόνια συνεργαζόταν και ο Γ. Σουρής. Για ένα διάστημα ο Καρύδης διήυθυνε και τη σατιρική έκδοση "Αριστοφάνης". Έγραψε ποιήματα και ηθογραφίες όπως: Τα τέκνα του Δοξαπατρή - Κούτρας και Μικρομέγας - Η ξελογιασμένη μούσα μου - ο πολιτικός καθρέφτης - Ρόδα - Μικρομέγας - Τα ορφανά της Κρήτης - Το επεισόδιο του 1821 κ.ά.
Ο Καρύδης υπήρξε σατιρικός ποιητής που δεν έγινε ευρύτερα γνωστός και επισκιάστηκε από αρκετούς συγχρόνους του, οι οποίοι δεν είχαν το εύρος της σάτιράς του γιατί ο ίδιος δεν ενδιαφερόταν για τη φιλολογική του προβολή, επειδή τον είχε απορροφήσει ο δημοσιογραφικός του αγώνας, αλλά και γιατί βρισκόταν σε μιαν αδιάκοπη αντιμαχία με την εξουσία. Το σατιρικό ποιητικό του έργο τον τοποθετεί δίπλα στον Σουρή κι ο δημοσιογραφικός του αγώνας κοντά στους πρωτοπόρους της δημοσιογραφίας στη χώρα μας.

Θάνος Μπούρλος (20ος αιώνας)

Διεθνούς φήμης καλλιτέχνης του Μελοδράματος από τη Συκιά.
Μετά τις γυμνασιακές του σπουδές παρακολούθησε την Ανωτάτη Γεωπονική Σχολή και έλαβε το 1938 δίπλωμα μηχανικού Γεωπόνου. Κατά το διάστημα των γεωπονικών του σπουδών παρακολούθησε μαθήματα φωνητικής και θεωρία στο Εθνικό Ωδείο. Το 1938 έλαβε υποτροφία και αναχώρησε για ανωτέρες σπουδές στο Βερολίνο, στο διάσημο καθηγητή Εκ. Πρώτη εμφάνισή του το 1949 στην όπερα του Βερολίνου στο "Δαχτυλίδι της Μάνας" του Καλομοίρη και στους "Παλιάτσους". Μετά το Βερολίνο προσελήφθη μόνιμα στην Όπερα του Άαχεν από τον αρχιμουσικό Χέρμπερτ Φον Κάραγιαν.

Ακολούθησαν κατόπιν πολλά θέατρα της Γερμανίας και άλλων χωρών. Στη Λυρική των Αθηνών τραγούδησε το 1959 στην Όπερα "Η δύναμις του πεπρωμένου" με μεγάλη επιτυχία και παρασημοφορήθηκε από τον Βασιλέα Παύλο με τον Χρυσό Σταυρό του Φοίνικος. Πρόβαλε την Ελληνική Μουσική στην Ευρώπη όσο λίγοι Έλληνες καλλιτέχνες (σε συναυλίες, διαλέξεις και άρθρα σε γερμανικά μουσικά περιοδικά).
Μελέτες του για την όπερα και γενικά τις εξελίξεις της Λυρικής Τέχνης έχουν δημοσιευθεί κατά καιρούς σε αθηναϊκές εφημερίδςς καθώς και περιοδικά.

Εξερευνήστε τα Δημοτικά Διαμερίσματα του Δήμου Ξυλοκάστρου - Ευρωστίνης